Στο φίλο μου το ζωγράφο Δ. Σιφναίο

Κι από το μπλε
– μέσα απ΄το μπλε –
να βγαίνει το γαλάζιο
της θάλασσας και τ΄ουράνου
που δεν τα ξεχωρίζεις
και μια απόχρωση από το γκρι
στον Ήλιο ν΄ασημίζει
να φτιάχνει τον ορίζοντα
που θες να ταξιδεύεις
μ΄ένα βαρκάκι βέργουλο
που πάει και σε φέρνει
από τα σύννεφα του νου
στα κύματα τ’ ονείρου
και ναυαγό σε βρίσκουμε
στο μουσαμά σου επάνω
να ζωγραφίζεις πέλαγα
να ψάχνεις για Γοργόνες
και να ρωτάς για πειρατές
– που είναι μασκαρεμένοι –
και να ζητάς λίγο απ’ το μπλε
το θαλασσί ν’ απλώσεις
και λουλακί απ΄τους βυθούς
που το ΄χουν φυλαγμένο
οι μάγισσες τ΄Αρχίλοχου
που μαγικά σου κάνουν
και με το μωβ των ρούχων τους
σου φτιάχνουνε γιρλάντες
με πινελιές από λευκό
εκεί που σκάει ο αέρας
και σε ραντίζουν μ΄αγιασμό
από το Μοναστήρι
με τα κορίτσια τα γυμνά
που αμαρτωλά τα λένε
κι όλο σου γνέφουνε να πας
κι όλο σου τραγουδάνε.

Και συ κατά τη Λάγγερη
τραβάς κι όλο αρμενίζεις
και με της Νάξου τις ακτές
του μπούσουλα ρυθμίζεις
να μην ξοκείλεις σ΄αμμουδιές
σε ξέρα να μην πέσεις
και τις Σειρήνες μην ακούς
πως κρύβουν τον αχάτι
εκεί στα μεσοπέλαγα
σου στήνουνε παγίδες
μες στο παλιό ναυάγιο
που φύτρωσαν τα στάρια
και λεν΄πως τα θερίσανε
και πήραν τον καρπό τους
ενώ αλωνίζουνε ψυχές
και πλανεμένες είναι
και σπέρνουνε τους άνεμους
– που άνεμοι δεν είναι –
και μέσα από τις θύελλες
λόγια καυτά σου λένε
για Τροπικούς του Αιγόκερου
για πλάσματα αιθέρια
για κοριτσάκια άβγαλτα
νεραϊδοφιλημένα
που μέσα από τ’ αγάλματα
των Κούρων ξεπροβάλλουν
κι από της Δήλου τους γιαλούς
σου κάνουν επιδείξεις
σου κάνουνε νοήματα
να βγεις να ξαποστάσεις
εκεί που πέσαν των θεών
τα χρώματα της Ίριδας
τα χρώματα της Φύσης
και βάψανε τις θάλασσες
με χρυσαφιές ανταύγειες
και κάναν πράσινο το μπλε
και κόκκινο το μαύρο
εκεί που ο Απόλλωνας
κάνει τις περατζάδες
κι όταν πηγαίνεις να τον δεις
σου κρύβεται και φεύγει
κι εκεί που ο Διόνυσος
γυμνός
κάνει ηλιοθεραπεία.

Και συ περιπλανώμενος
να λες ότι τον είδες
να κάνει «σούζες» στον αφρό
κι ύστερα ν’ ανεβαίνει
απ΄της Μυκόνου τη μεριά
που πάνε τα δελφίνια
και σχίζουνε τα πέπλα του
και στο βυθό τ΄απλώνουν
όλα τα πλοία της γραμμής
επάνω να περάσουν
κι από τα μαύρα τα νερά
της Θήρας το σκοτάδι
να βγει ένα φως
από λευκό
να θες να το πατήσεις
να κάψεις την πατούσα σου
κάρβουνο να την κάνεις
και με πληγή από φωτιά
– με μια πληγή από αίμα –
ν΄αρχίσεις τις πατημασιές
το Αιγαίο να σφραγίσεις
πριν κατέβουν οι βάρβαροι
και πριν αναρριγήσεις
από ένα φύσημα βοριά
κι οργή του Ποσειδώνα
πριν απαγκιάσεις στην ακτή
κοντά στις Κολυμπήθρες
κοντά στα ξερολίθαρα
που θέλουν να μιλήσουν
και γέρνουν από τη μια μεριά
κι από την άλλη λένε
πως του αέρα είν΄παιδιά
και του νερού παιχνίδια
κι ότι μια μέρα
σαν αυτές
που τρίζουν τα σκαριά σας
χορό τρελό θα πιάσουνε
πάνω στην παραλία
θα πιούνε θα μεθύσουνε
κι όταν θα βαλαντώσουν
από τον μπάλο, τον πολύ,
στην άκρη θα ξαπλώσουν
να φράξουν τις Κουκουναριές
που κάηκαν στο μύθο
ν΄ανοίξουν μυστικές πηγές
να παν΄οι διψασμένοι
όσοι στην έξοδο λύγισαν
και τσαλαπατήθηκαν
να φτιάξουν τα λαγούμια τους
και κει να ξαποστάσουν
γιατί όλο πορεύονται
και όλο ξενυχτάνε
λαθρεπιβάτες πάνω στη γη
και πάνω σε βαπόρι
που δέχτηκε επίθεση
από Γοργόνες λάγνες
που εδώ στις άγονες γραμμές
μπλέκουν με καπετάνιους
και τρώνε τα πληρώματα
σαν τις ανθρωποφάγες
και πάνω στα ναυάγια
στήνουν χορούς και λένε
τραγούδια ανατολίτικα
με γραφικά χαρέμια
που ξελογιάζουν ποιητές
και ναυτικούς πλανεύουν
κι έρχονται τα λευκά πουλιά
στεφάνια να τους ρίξουν
εκεί που πέφτουν Ίκαροι
που τα φτερά τους λιώνουν
κι όλο βαφτίζουν πέλαγα
– κι όλο τα ξεβαφτίζουν –
γιατί τα σμήνη του ουρανού
στόλοι έχουνε γίνει
κι οι ζωντανοί πορεύονται
με τους αποθαμένους
και τους ασκούς του Αιόλου
τους κάνουνε ζουρνάδες
και παίζουν θλιβερούς σκοπούς
και ήχους άλλου κόσμου
και η βουή απ΄τα πέλαγα
κάποιο κακό μηνάει
και δένουν οι βαρκάρηδες
και πιάνουνε τα πόστα
να δουν τα θεϊκά θεριά
να βγαίνουν από τα βάθη
και βλέπουν δράκοντες
στοιχειά
με αλογίσιε μούρες
φωτιές να ξεφυσούνε
να δρασκελούνε κύματα
να καταπίνουν τράτες
και κει στα ξημερώματα
όπου καταλαγιάζουν
όλοι να λένε για το χτες
και για τους εφιάλτες
τα δίχτυα να μπαλώνουνε
που τέρατα τα σχίσαν
και χωρατά
– απ’ τα χωρατά –
να βγάζουν και να φτιάχνουν
τα δίστιχα τ΄Αρχίλοχου
που ρεύεται στην άκρη
και που συγνώμη δεν ζητά
γιατί ντροπές δεν ξέρει.

Και συ για μιαν Ανάληψη
σχέδια ετοιμάζεις
στου Αϊ Νικόλα
τον τρελό
τον τρούλο τον φευγάτο
που σμίγει με τον ουρανό
όταν σπάει το χρώμα
το μπλε
– απ΄το μπλε –
το θαλασσί
που όλο νερά σου κάνει
και ενώ ουρανό το έφτιαχνες
πέλαγο όλο σου βγαίνει
και κει μέσα στο πέλαγος
συ φτιάχνεις κυπαρίσσια
στον τάφο του Αρχίλοχου
που όλο σε βρίζει
κι όλο φυσά
πάνω στο μουσαμά σου
στίχους – εικόνες από μπλε
και στίχους με γαλάζιο …
…. ….

 

Βασίλης Καβαθάς