Ένας σιωπηλός εικαστικός

Ένας σιωπηλός εικαστικός

στην κοιτίδα ενός ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

 

Είναι γέννημα θρέμμα της Πάρου. Ζει και εργάζεται στην πανέμορφη Νάουσα. Το σπίτι – εργαστήριο του «βλέπει» το γραφικό κλειστό λιμανάκι – το πέλαγος. Σ’ έναν γειτονικό κόλπο λιχνίζεται το σκάφος του. Είναι πάντα έτοιμο ν΄ανοίξει πανιά. Το Αιγαίο απλώνεται μπροστά του σαν μια πρόσκληση για θαλασσινή περιπέτεια… Ο ζωγράφος Δημήτρης Σιφναίος είναι γιός ενός Οδυσσέα. Ενός καραβοκύρη που είναι «ένα καΐκι φτιαγμένο από ένα δένδρο». Ήταν ένα θαλασσόλυκος που άραξε και προσπαθεί να «ξαρμυρίσει» παλεύοντας με το μποστάνι του. Η μάνα του μια Πηνελόπη. Μ’ ένα υφαντό που λέει να τελειώσει… Τον έχει μεγάλη έννοια καθώς σαλπάρει…

Ο ζωγράφος Δημήτρης Σιφναίος ξέρει ότι το πλεούμενο του πατέρα του που ταξίδευε συνήθως φορτωμένο μέχρι τα μπούνια ήταν κάποτε ένα δέντρο… Ο ίδιος δεν το μνημονεύει αλλά μπορεί κανείς να το ανακαλύψει σε κάποιο πίνακά του. Ένα δένδρο μεσοπέλαγα – να χρησιμεύει και για να προσδιορίσει το στίγμα του αλλά και για δέστρα.

Απ’αυτή την άποψη το Αιγαίο ήταν κάποτε γεμάτο «δέντρα». Τρεχαντήρια – σκαριά βγαλμένα από αρχέγονα ναυπηγεία, που συνέχιζαν το έργο των προγόνων μας, που ταξίδευαν παντού, θαλασσοπνίγονταν, για να θησαυρίσουν με τον πλούτο που μάζευαν και τις εμπειρίες… Τα κόβουν τώρα κατ’ εντολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να ενισχυθούν τα ιχθυοτροφεία. Ακούνε πάνω τους την υπέρτατη βία παρουσία μαρτύρων – τις ειρωνεία!

«Εις ανάμνησιν» τα ζωγραφίζει τώρα ο Δημήτρης Σιφναίος για να υπάρχουν κάπου αποτυπωμένα – σαν εικόνες… μαρτύρων.

Καταγράφει το μαρτύριο τους, ως αυτόπτης μάρτυρας. Και είναι σε θέση αν πάσα στιγμή να καταγγείλει στην ανθρωπότητα το έγκλημα που γίνεται εδώ.

Είναι αυτό που λέμε το άγρυπνο μάτι του εικαστικού που έχει βάλει στην υπηρεσία της ιδιαίτερης πατρίδας του – της μεγάλης πατρίδας – του κόσμου ολόκληρου, την ύπαρξή του. Το ταλέντο του. Αυτόματα η παρουσία του εκεί και το έργο του τον καθιστούν Έλληνα με παγκόσμια αποστολή. Υπήρχε πάντα αυτό το είδος των ευαίσθητων ανθρώπων. Των γεννημένων καλλιτεχνών. Των ταμένων σε ένα συγκεκριμένο σκοπό.

Η Αιγαιοπελαγίτικη «βίγλα» του – η αναρρίχηση του πάνω σ’ ένα ψηλό κατάρτι – του επιτρέπει να βλέπει την άκρη του κόσμου, τον αχανή ορίζοντα αλλά και τον βυθό που είναι στρωμένος με πλάκες αλλά και με ασημένια άμμο.

Μπορεί να βλέπει την Νάξο – την Αριάδνη να κάθεται σ’ ένα βράχο μαρμαρωμένη – την Δήλο, τους φαλούς και τα λιοντάρια της αλλά και τ’ αμάραντα, τα κρινάκια, τα γεράνια, τις κληματαριές και τους κισσούς.

Όλα αυτά και άλλα πολλά στο πινέλο του αποκτούν υπόσταση – υπάρχουν πάνω σ’ ένα λευκό ή ένα γαλάζιο φόντο. Όσοι ξέρουν τη δουλειά του λένε ότι «αν κρατούσε σμίλη και κτυπούσε ένα ντόπιο μάρμαρο τώρα θα μιλούσαμε για έναν γλύπτη…»

Τα έργα του δεν έχουν λεζάντες – «μιλάνε» – «γράφουν» μόνα τους σε κείνους που ξέρουν να «ακούνε» και να «διαβάζουν».

Ξέρει ότι ζει στην καρδιά – στην κοιτίδα – ενός μεγάλου πολιτισμού. Ότι κάπου εκεί στην γειτονιά του γραφεί τους στίχους του, κάνει τα σχόλια του, ο Αρχίλοχος, ότι στο νταμάρι δουλεύουν εργάτες και εργοδηγοί που βγάζουν μάρμαρα, λευκά διάφανα, για τα γλυπτά της Επιδαύρου.

Ξέρει ότι οι άνθρωποι και τα συμπέρασμα τους είναι κομμάτια της συλλογικής του μνήμης – της μνήμης των ανθρώπων, που ζούνε μακριά από την καθημερινή συναλλαγή του εμπορίου, που έχουν μόνο αναμνήσεις στομάχου από τον πλανήτη γη.

Ο Δημήτρης Σιφναίος δεν συνεργάζεται στην σύνταξη του βιογραφικού για έναν λόγο: δεν του αρέσει να μιλάει για τον εαυτό του και κατ’ επέκταση για την ζωγραφική του. Έχει την «απαίτηση» από τον επισκέπτη του εργαστηρίου του να δει σε πρώτο πλάνο το έργο του ημιτελές ενδεχομένως πάνω στο καβαλέτο και σε δεύτερο τοπίο που απλώνεται ολοκληρωμένο απέναντι. Αν έχει «καταπλεύσει» σαν τουρίστας δεν τον ενδιαφέρει, γιατί αντιμετωπίζει τα πάντα σαν γραφικότητα, και όχι σαν βιωμένη τέχνη.

«Αυτοί που νοιώθουν, αυτοί ξέρουν μένουν σιωπηλοί» λέει.

Ο Δημήτρης Σιφναίος κάνει παρέα με «σιωπηλούς» ανθρώπους, αυτούς που δεν μιλάνε πολύ – δείχνουν με το δάχτυλο το σημείο που τραβάει πιο πολύ την προσοχή τους. Την ομορφιά.

Ένας άλλος λόγος που δεν του παίρνει κανείς κουβέντα είναι γιατί βρίσκεται συνήθως απέναντι σε μια λευκή επιφάνεια – σ’ ένα καβαλέτο. Προσπαθεί να συλλάβει το είδωλο που θα αντέξει στην «ζωγραφιά του». Μπορεί να είναι ένα μαρμάρινο άγαλμα ή ένα ένσαρκο πλάσμα απ΄αυτά που αναδεύονται γυμνά στις Κολυμπήθρες της Λάγγερη ή το Μοναστήρι… Τον «παιδεύει» η θάλασσα το φως… ΠΥΡ ΓΥΝΗ και ΘΑΛΑΣΣΑ…

Το προσωπικό του «δράμα»…

Η μόνη σοβαρή αιτία για να διακόψει να πεταχτεί στο καρνάγιο, όπου έχει βγάλει το σκάφος του, για καλαφάτισμα, για «κάψιμο», για βάψιμο… Το περνούσε μοράβια όταν τον συναντήσαμε, και ήταν καθισμένος στο μεγάλο «καβαλέτο» – την εξέδρα που έχει επινοήσει για να τραβήξει στην στεριά το θαλασσινό καμάρι… Το «ζωγραφίζει» όπως θα έκανε μ΄ένα μεγάλο έργο τέχνης το οποίο τον ταξιδεύει, όταν το ρίχνει στην θάλασσα.

Πάνω σ’ αυτό το έργο τέχνης που όταν είναι έξω αποτελεί γλυπτό, ανάμεσα σε γλυπτά, όταν βρίσκεται στην θάλασσα είναι ένα κομψοτέχνημα πάνω στο οποίο είναι εγκατεστημένο μόνιμα … ένα καβαλέτο.

Αν πούμε ότι ο Δημήτρης Σιφναίος βουτάει το πινέλο του στην γαλάζια θάλασσα και ζωγραφίζει θα πέσουμε στην παγίδα της υπερβολής. Κι εδώ δεν χρειάζεται να είναι κανείς υπερβολικός.

Η ομορφιά είναι ούτως ή άλλως μια υπερβολή για τις δικές μας ημιτελείς αισθήσεις. Γι’ αυτό και παραμένουμε σιωπηλοί – όπως οι ζωγράφοι βιώνουν τα έργου τους – απέναντι της.

 

‘Βασίλης Καβαθάς’